Το Σημάδι στο Κατακάθι

Η Ελένη έσφιγγε τα δάχτυλά της γύρω από το λευκό φλιτζάνι, νιώθοντας τη ζεστασιά του καφέ να περνάει στο δέρμα της, αν και η ίδια ήταν παγωμένη από την αγωνία. Απέναντί της, η κυρα-Κατίνα την κοιτούσε σιωπηλή μέσα από τους υδρατμούς. Δεν χρειαζόταν να ρωτήσει τι έφερνε μια εικοσιπεντάχρονη κοπέλα στην πόρτα της τέτοια ώρα· το έβλεπε στο ανήσυχο βλέμμα της, στον τρόπο που κοιτούσε το κινητό της κάθε δύο λεπτά και στο πώς είχε σχεδόν καταπιεί τον καφέ, λαχταρώντας να φτάσει στο κατακάθι.

«Γύρισέ το προς το μέρος της καρδιάς σου, μάτια μου», της είπε γλυκά η ηλικιωμένη γυναίκα, κάνοντας μια αργή κίνηση με το χέρι της. «Και κάνε μια ευχή. Μία όμως, καθαρή, όχι μπερδεμένη».

Η Ελένη έκλεισε τα μάτια. Στο μυαλό της υπήρχε μόνο ένα όνομα, μια ξαφνική σιωπή εβδομάδων και μια σειρά από αναπάντητα μηνύματα που έκαιγαν την αξιοπρέπειά της. Αναποδογύρισε το φλιτζάνι στο πιατάκι και περίμενε. Τα λεπτά κυλούσαν σαν λιωμένο κερί. Το ρολόι στον τοίχο χτυπούσε ρυθμικά, εντείνοντας τη σιωπή, μέχρι που η καφετζού άπλωσε τα ροζιασμένα της χέρια και σήκωσε την πορσελάνη. Ένας μικρός, υγρός ήχος ακούστηκε —το φλιτζάνι είχε «κολλήσει».

«Δυνατός καημός», μουρμούρισε η κυρα-Κατίνα, στρέφοντας το εσωτερικό προς το φως του παραθύρου. Το βλέμμα της επεξεργάστηκε τις μαύρες, πυκνές γραμμές που είχαν σχηματιστεί στα τοιχώματα.

«Λοιπόν, άκου να δεις», ξεκίνησε, δείχνοντας με το νύχι της μια στενή λωρίδα από κατακάθι που ανέβαινε προς τα πάνω. «Εδώ είσαι εσύ. Έχεις ρίξει πολύ δάκρυ, το βλέπεις αυτό το μαύρισμα στη βάση; Είναι το παράπονό σου. Αυτός που σκέφτεσαι είναι μακριά, αλλά όχι με την έννοια της απόστασης. Έχει κλείσει την πόρτα του, γιατί έχει μπερδέματα στο κεφάλι του. Βλέπω ένα γράμμα, ένα “Ν” ή ένα “Μ”, και μια άλλη σκιά δίπλα του, παλιά ιστορία που δεν έχει ξεριζώσει ακόμα».

Η Ελένη ένιωσε έναν κόμπο στον λαιμό. «Θα γυρίσει;» ρώτησε, με τη φωνή της να τρέμει ελάχιστα, ανίκανη να κρύψει την ευαλωτότητά της.

Η κυρα-Κατίνα δεν απάντησε αμέσως. Γύρισε το φλιτζάνι, μελετώντας το χείλος του, εκεί που κρίνεται το άμεσο μέλλον. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στις άκρες των χειλιών της. «Κοίτα εδώ, ακριβώς κάτω από το χείλος. Υπάρχει ένα πουλί, ένα μεγάλο πουλί με ανοιχτά φτερά. Αυτό είναι μαντάτο, και μάλιστα γρήγορο. Μέσα σε τρεις μέρες, ή ίσως στις τρεις του επόμενου μήνα, θα έχεις νέα του. Θα ψάξει να σε βρει, γιατί το φλιτζάνι δείχνει ότι η σκέψη σου τον κυνηγάει, δεν τον αφήνει να ησυχάσει».

Η κοπέλα πήρε μια βαθιά ανάσα, νιώθοντας το βάρος στο στήθος της να υποχωρεί για πρώτη φορά μετά από καιρό. Όμως η ηλικιωμένη γυναίκα την έπιασε απαλά από τον καρπό, καθηλώνοντάς την με το βλέμμα της.

«Θα έρθει, Ελένη. Αλλά πρόσεξε καλά τι σου δείχνει ο πάτος. Εδώ, εκεί που θα βάλεις το δάχτυλό σου για να κλειδώσεις την τύχη, ο δρόμος χωρίζει στα δύο. Θα έρθει, αλλά θα πρέπει εσύ να αποφασίσεις αν θέλεις έναν άνθρωπο που γίνεται σκιά και χάνεται όποτε ζορίζεται. Το φλιτζάνι σου λέει ότι έρχεται η δικαίωση, αλλά η ευτυχία σου δεν κρέμεται από το δικό του χέρι. Κρέμεται από το δικό σου “ναι” ή το δικό σου “όχι”».

Η Ελένη πίεσε τον αντίχειρά της στον πάτο, νιώθοντας το υγρό, ζεστό κατακάθι να αποτυπώνει τις γραμμές του χεριού της. Όταν βγήκε στον καθαρό αέρα, το τηλέφωνό της ήταν ακόμα σιωπηλό, αλλά η καρδιά της είχε ήδη αρχίσει να χτυπά σε έναν άλλον, πιο ελεύθερο ρυθμό.