Το Φλιτζάνι της Μοίρας

Κάθε φορά που περνούσες το κατώφλι του σπιτιού της, η μυρωδιά σε τύλιγε σαν ζεστή κουβέρτα. Ένα μείγμα από βαρύ, ψημένο καφέ, λιβάνι και παλιά ξύλα. Η κυρα-Κατίνα δεν ήταν απλώς μια γυναίκα που «διάβαζε το φλιτζάνι». Για τη γειτονιά ήταν μια σιωπηλή εξομολόγος, μια γυναίκα που έβλεπε πίσω από τα μάτια των ανθρώπων πριν καν εκείνοι προλάβουν να μιλήσουν.

Καθόταν πάντα στην ίδια πλευρά του τραπεζιού, δίπλα στο παράθυρο με την πλεκटी κουρτίνα. Το φως έπεφτε πλάγια, φωτίζοντας τα ροζιασμένα της χέρια και τα αμέτρητα δαχτυλίδια που φορούσε. «Κάνε υπομονή, να κρυώσει», έλεγε πάντα με φωνή βραχνή, γεμάτη σιγουριά, καθώς αναποδογύριζε το φλιτζάνι πάνω στο πιατάκι. Εκείνα τα λεπτά της αναμονής φάνταζαν αιώνες. Το μυαλό του καθενός έτρεχε στις κρυφές του ελπίδες, στους φόβους, στον έρωτα που καθυστερούσε ή στα λεφτά που έλειπαν.

Όταν τελικά σήκωνε το φλιτζάνι, ο ήχος που έκανε καθώς ξεκολλούσε από το πιάτο έμοιαζε με το άνοιγμα μιας πύλης. Η κυρα-Κατίνα το έπιανε απαλά, το γύριζε τρεις φορές γύρω από το φως και άρχιζε να χαϊδεύει τα μαύρα σχήματα που είχε αφήσει το κατακάθι πάνω στη λευκή πορσελάνη.

«Να, δες εδώ», έλεγε, δείχνοντας με το νύχι της ένα ακαθόριστο σχήμα. «Ένας δρόμος ανοίγει. Μεγάλος δρόμος, γεμάτος φως, αλλά έχει μια στροφή. Εκεί στη στροφή σε περιμένει ένα αντρίκειο πρόσωπο. Άτομο με καθαρή καρδιά, αλλά με πληγωμένο εγωισμό».

Δεν έταζε ποτέ εύκολα πλούτη ή μαγικές λύσεις. Ήξερε να διαβάζει τις ανθρώπινες αδυναμίες. Έβλεπε τα «δάκρυα» στα τοιχώματα, το «βάρος» που πίεζε την καρδιά του πελάτη, αλλά και τα «πουλιά» που έφερναν τα καλά μαντάτα κοντά στο χείλος του φλιτζανιού, εκεί που το μέλλον ήταν πια έτοιμο να έρθει.

Οι λέξεις της είχαν μια παράξενη θεραπευτική δύναμη. Ακόμα κι αν σου έλεγε για δυσκολίες, ο τρόπος που έκλεινε το φλιτζάνι, πιέζοντας τον αντίχειρά σου στον πάτο για να αφήσεις το αποτύπωμά σου και να «κλειδώσει» η τύχη, σου έδινε την αίσθηση ότι είχες τον έλεγχο της μοίρας σου. Φεύγοντας, νιώθοντας το άρωμα του καφέ να σε ακολουθεί στον δρόμο, ένιωθες το στήθος σου πιο ελαφρύ. Όχι γιατί έμαθες απαραίτητα το μέλλον, αλλά γιατί κάποιος κάθισε, σε άκουσε και σου έδωσε μια ελπίδα, κλεισμένη μέσα σε λίγες γραμμές από κατακάθι.